3 Ιαν 2013

Στο Σκυλογιατρό

Στο Σκυλογιατρό

Η μαμά με κοίταγε με ένα ύφος πολύ περίεργο... Υπέρμετρα καλοσυνάτο. Αυτό μπορούσε να σημαίνει δυο τινά: ή ότι μόλις είχε πληρωθεί και την είχε πάρει η χαρά ή ότι κάτι μου ετοίμαζε. Το πρώτο ενδεχόμενο το απέρριψα μιας που ο μήνας βρισκόταν μόλις στα μισά του. Κρύος ιδρώτας μ’ έλουσε... Ποιός ξέρει τί με περίμενε... Θες να μου κουβάλαγε και άλλο αδέσποτο στο σπίτι και να μου το σερβίριζε λάου, λάου!

Το μυστήριο λύθηκε σύντομα:
- Που θα το πάω εγώ το αγοράκι μου σήμερα; E; E;

Ασφαλώς και δεν περίμενε απάντηση. Την κοίταξα με μισό μάτι και ανασήκωσα το ένα μου αυτάκι για ν’ ακούσω καλύτερα τι θα απάνταγε η ίδια στον εαυτό της.
- Θα πάμε σ’ εκείνον τον καλό κύριο Κοπριτάκο μου, που σ’ αγαπάει και σου δίνει κροκετούλες όποτε πάμε επίσκεψη, μου ξεφούρνισε το τρομερό μυστικό και έπιασε την αλυσίδα για να μου τη φορέσει.

«Ποιον καλό κύριο; Εκείνον που με τσιμπάει με βελόνες, μου πιλατεύει τ’ αυτιά και μου ζουπάει την κοιλίτσααααα; Αν μ’ αγαπάει και τα κάνει όλα αυτά, αν με μισούσε τι θα κανε;» σκέφτηκα κι έφριξα!

Καμώθηκα τον αδιάφορο και έβαλα όπισθεν για να της κάνω μια προσποίηση και να εξαφανισθώ κάτω από το κρεβάτι της. Η μαμά όμως- οφείλω να το παραδεχτώ- είναι πανούργα. Έχοντας προβλέψει την αντίδρασή μου, με άρπαξε αστραπιαία από το κολάρο και με «συνέδεσε» με την αλυσίδα στο πιτς φυτίλι. 
- Καθαρματάκι!! Νόμιζες ότι θα μου ξεφύγεις; είπε και κινήθηκε προς την εξώπορτα.

Εγώ βρισκόμουν σε πολύ δυσχερή θέση. Η μαμά αδυνατούλα αλλά γυμνασμένη, τράβαγε με δύναμη. Δεν είχα άλλη επιλογή πέραν του να ξαπλώσω φαρδύς- πλατύς στο πάτωμα και να κάνω τον ψόφιο κοριό! Τί θα κανε δηλαδή; Θα φορτωνόταν τόσες οκάδες; Αφού μπαλόνι με ανέβαζε, μπακαδόρο με κατέβαζε! Θα της έπεφτε σίγουρα το νεφρί!

Αυτή η αθεόφοβη όμως, αφού ελευθέρωσε το ένα χέρι, έβγαλε το κινητό και πήρε τηλέφωνο τον παππού στο διπλανό σπίτι. «Μπαμπά, έλα να με βοηθήσεις να μετακινήσω τον Πάγκαλο! Κατάλαβε ότι πάμε στον κτηνίατρο και έχει μουλαρώσει ο αλητάμπουρας!».

Μην τα πολυλογώ, με φορτώθηκαν και οι δυο και με πήγαν σηκωτό στο αυτοκίνητο. Στη θέση του συνοδηγού. Ή μάλλον για την ακρίβεια στο πατάκι του συνοδηγού. Ήμουν πολύ στεναχωρεμένος. Είχα αρχίσει να τρέμω από το φόβο μου. Ποιός ξέρει τι θα μου έκανε αυτός ο φρικτός κύριος... Η μαμά κατάλαβε οτι ζούσα ένα δράμα και αρχίνισε να με χαϊδεύει με το χέρι που αλλάζει τις ταχύτητες στο κεφαλάκι: «Βρε φοβούνται τα παλικάρια; Εσύ είσαι θαρραλέος!»
ΝΑΙ, κυρία μαμά! Φοβούνται! Και δεν είμαι θαρραλέος. Χέστης είμαι!

Σε όλη τη διαδρομή κλαψούριζα σαν την μοιρολογίστρα. Εκνευριστικά και αδιαλείπτως! Είμαι σίγουρος ότι η μαμά βάρεσε εγκεφαλικό από τα νεύρα αλλά προσπάθησε να το κρύψει. Δεν έβγαλε άχνα. Μόνο το ύφος της την πρόδωσε λίγο και οι καπνοί που έβγαιναν από τ’ αυτιά της...

Η διαδρομή μου φάνηκε πολύ σύντομη κι ας μην ήταν. Σκέφτηκα να ξαναμουλαρώσω και να μην ξεκουνιέμαι από το αυτοκίνητο αλλά η μαμά σίγουρα θα φώναζε τον χασαπογιατρό για να με «απεγκλωβίσει», οπότε μάλλον θα ήταν μάταιος κόπος και σπατάλη δυνάμεων. Ο κύβος είχε ριφθεί.

Μπήκαμε στο ιατρείο, με χιλιάδες κανακέματα και φιλιά απ’ την πλευρά της μαμάς και πολύ κλάψα από μεριάς μου.

- Γεια σου Γιάννη, χαιρέτησε τον John τον Αντεροβγάλτη.
- Καλώς την όμορφη, πέταξε αυτός το εμετικό του κοπλιμάν! Αργήσατε! Σε παίδεψε ο φούσκας ε;
- Δεν μπορείς να φανταστείς τι έχω τραβήξει για να τον φέρω! Μόνο την ΕΜΑΚ που δεν επιστράτευσα! Τέτοιο πείσμα ούτε ο ΓΑΠ για να παραμείνει στην πρωθυπουργία, δεν κρατήθηκε και πέταξε την αριστερή της ατάκα.
- Χαχα, γέλασε πάλι ο αχώνευτος.
- Καν’ του βρε Γιάννη το ρημάδι το εμβόλιο να τελειώνουμε! Κοντεύω να παραφρονήσω με αυτή την κλάψα!

Ωχχχχχ. Δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου